σαδιστής

ο, θηλ. σαδίστρια, Ν
1. αυτός που πάσχει από σαδισμό
2. αυτός που ευχαριστείται να βασανίζει άλλο άτομο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. sadiste < sad- (βλ. σαδισμός) + -iste (βλ. -ιστής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαδιστής — [садистис] ουσ. а садист …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαδιστής — ο αυτός που αισθάνεται ευχαρίστηση όταν βασανίζει άλλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαδισμός — Ψυχική ανωμαλία της ομάδας των σεξουαλικών διαστροφών: ο σαδιστής ικανοποιείται με το να κάνει τους άλλους να υποφέρουν. Ο όρος προέρχεται από το όνομα του μαρκήσιου Σαδ, συγγραφέα του 18ου αι., στα έργα του οποίου βρίσκονται περιγραφές της… …   Dictionary of Greek

  • σαδιστικός — ή, ό, Ν [σαδιστής] ο σχετικός με τον σαδισμό ή αυτός που χαρακτηρίζει τον σαδιστή. επίρρ... σαδιστικώς και σαδιστικά με σαδιστικό τρόπο …   Dictionary of Greek

  • χαιρέκακος — η, ο αυτός που χαίρεται για τις συμφορές του άλλου, φθονερός, σαδιστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.